κουρκουτάς αρσενικό

Kourkoutas = Κουρκουτάς Cypriot Dialect.    (κυπριακή διάλεκτος) μεγάλη εύρωστη σαύρα (Laudakia stellio cypriaca) που μπορεί να περάσει τα 40 εκ σε μήκος